Desire For The Endless. Part1
Ο Ε.Α.Poe έγραφε ότι το πιο ριζοσπαστικό σύγγραμμα που θα μπορούσε να γραφτεί ποτέ θα είχε τίτλο “My naked soul”. Αυτό θα συνέβαινε μόνο αν το περιεχόμενο του συγγράμματος θα ήταν πλήρης αντανάκλαση του τίτλου του.
Αν
είχατε και εσείς στο μυαλό σας για χρόνια τον ίδιο προβληματισμό ή έστω
πιάνετε τον εαυτό σας να συμφωνεί, τότε σίγουρα θα έχετε μερικές
ενδιαφέρουσες ιστορίες να μοιραστείτε. Σίγουρα θα έχετε αποτυπωμένες
στο μυαλό σας εποχές ωραίες, ευτυχισμένες μέρες, εξαίσιες στιγμές.
Υπάρχουν
μέρες που ο άνθρωπος ξυπνάει με πνεύμα νέο και σφριγηλό. Μόλις τα
βλέφαρά του απαλλαγούν από τον ύπνο που τα σφράγιζε σαν νεκρικό
προσωπείο, ο εξωτερικός κόσμος του προσφέρεται έντονα ανάγλυφος, με
καθαρά περιγράμματα και πλούτο από θαυμάσια χρώματα. Γεμάτος αχανείς
προοπτικές και νέες λάμψεις. Εκείνες τις μέρες ο άνθρωπος,
ικανοποιημένος από αυτή την παροδική και σπάνια δυστυχώς μακαριότητα, αισθάνεται
ανώτερος, δυνατός και προνομιούχος. Αλλά το πιο όμορφο πράγμα σε όλη
αυτή την εξαιρετική και οριακά ουτοπική, αν όχι παραδείσια, κατάσταση
είναι ότι είναι ολωσδιόλου αναίτια.
Είμαι
υποχρεωμένος, όπως και ο κάθε άνθρωπος ο οποίος έχει βιώσει κάτι
παρόμοιο, να αναγνωρίσω ότι συχνά το θαύμα αυτό παράγεται σα να ήταν
έργο μιας ανώτερης και αόρατης δύναμης, έξω από τον άνθρωπο, ύστερα από
μια περίοδο κατάχρησης των φυσικών λειτουργιών του. Σαν ανταμοιβή
ύστερα από μια μακρά περίοδο ειλικρινούς και αδιάλειπτης προσευχής και
πνευματικού μόχθου.
Φυσικά
κάποιος βέβηλος ηθικοπλάστης θα σπεύσει να με συνορθώσει με την
δικαιολογία της συνέπειας της κατάχρησης της λογικής. Το ξέρω πως
υπάρχουν σχολές σκέψης που προβάλουν την άποψη ότι αν καταφέρεις να
οργανώσεις ένα κοσμοθεωρητικό σύστημα που σε καθιστά ευέλικτο απέναντι
στις καταραμένες κακοτοπιές που σε προσβάλλουν καθημερινά, τότε θα
κερδίσεις δικαιωματικά μια κατάσταση πνεύματος σαν την παραπάνω. Αυτός
είναι ο λόγος που θεωρώ τις ανώμαλες αυτές συνθήκες του πνεύματος ως
πραγματική χάρη. Κάτι σαν έναν μαγικό καθρέφτη που μέσα του ο άνθρωπος
βλέπει τον εαυτό του πιο ωραίο. Κάτι σαν θείας προελεύσεως ανάκληση
στην τάξη με μορφή φιλοφρονητική.
Η
υπέροχη αυτή κατάσταση ύπαρξης όπου όλες οι δυνάμεις που μας
περιβάλλουν ισορροπούν, όπου η ισχυρή φαντασία δεν σέρνει την ηθική
συνείδηση σε περιπέτειες, όπου η ευαισθησία δεν βασανίζεται πια από τα
άρρωστα νεύρα που μας συμβουλεύουν σε στιγμές απελπισίας, είναι
απρόοπτη σαν ατύχημα.
Αλλοίμονο
σε όποιον δεν διαθέτει την σύνεση να αντλήσει την ελπίδα ή και τη
βεβαιότητα μιας καλύτερης ύπαρξης μέσω της καθημερινής άσκησης και της
επιθυμίας. Και αυτός πρέπει να ήταν ο λόγος που μη λογαριάζοντας τίποτα
παρά μόνο την άμεση ηδονή, χωρίς τις τύψεις ότι παραβιάζει τους νόμους
της ανθρώπινης φύσης, ο άνθρωπος στράφηκε προς τη φυσική επιστήμη. Η
επιστήμη έφερε τη φαρμακευτική και αυτή τα πιο πρόστυχα ποτά και τα πιο
λεπτά αρώματα. Μαζί έφτασαν από μακρινά εξωτικά κλίματα, διάφορα μέσα
φυγής… έστω και για λίγες ώρες.
Έτσι λοιπόν και ο καφές, το ξεχασμένο πια «αραβικό κρασί»
που μας έφτασε από τη μακρινή Αιθιοπία. Οι παλιοί πίστευαν ότι ο το
αραβικό κρασί βγήκε από τους σπόρους που πήρε ο Μωάμεθ από τον
Αρχάγγελο Γαβριήλ. Οι σκλάβοι τον πήγαν στο Σουδάν, από εκεί πέρασε στη
Μέκκα και από εκεί στην Αίγυπτο και ύστερα μπήκε στα καράβια και
διαδόθηκε σε όλη τη Γη.
Έτσι ξεκινάει όλη η παρεξήγηση… Και θα στο αναλύσω αύριο που θα κεράσεις εσύ.
Τέλειωσε ο καπνός μου…
Ο καφές εντείνει τις αισθήσεις και μειώνει το χρόνο αντίδρασης. Σύντομα
έγινε κοινωνικό υποκατάστατο του αλκοόλ και άρχισε να συνηθίζεται σε
κοινωνικές συναθροίσεις, όπου ευδοκιμούν οι συζητήσεις, η διασκέδαση ή
ο τζόγος. Έτσι άνοιξαν τα πρώτα καφεποτεία, πρόδρομοι των παλιών
καφενείων σαν αυτά που πήγαιναν οι παππούδες μας, γύρω από το λιμάνι
της Mocha που
φορτώνανε και ξεφορτώνανε τα καράβια με καφέ. Στην Ευρώπη μας ήρθε από
την Ιταλία που είχε εμπορικές σχέσεις με τον αραβικό κόσμο. Στην αρχή
ήταν και πανάκριβος ένεκα της εξωτικότητας, και χώρια από αυτό οι
Ιταλοί το είδαν σαν Ισλαμική εισβολή και ζήτησαν την ευλογία της
εκκλησίας για να αρχίσουν οι τσαμπουκάδες. Παρά τις αιτήσεις για
αφορισμό του καφέ όμως, ο Πάπας αφού δοκίμασε, τον βάπτισε Χριστιανικό
και ζήτησε να του φτιάχνουν ένα βραστό δυο φορές την ημέρα.
Έτσι το 1645 άνοιξε το πρώτο καφενείο στην Ιταλία.
Η φτιάξη που πήγαν να κάνουν οι Άραβες χάλασε όμως. Οι Ιταλοί αγόραζαν
από τους Άραβες έτοιμο τον καφέ, και η εξαγωγή σπόρων απαγορευόταν
αυστηρά. Λίγο όμως κάτι Ολλανδοί που λαχανέψανε κάτι σπόρους και τους
φυτέψανε στην Ινδονησία, λίγο κάτι λαθρέμποροι που βγάλανε σπόρους για
την Ινδία, ο καφές απλώθηκε σε διάφορα μέρη της Ευρώπης. Όταν οι
ευρωπαίοι σύμμαχοι νίκησαν τους Οθωμανούς στη Βιέννη
το 1683, βρήκαν κάμποσα σακιά με καφέ που άφησαν οι τούρκοι
οπισθοχωρώντας. Τα σακιά αυτά τα πήρε ένας Πολωνός αξιωματικός για
λάφυρα, και άνοιξε καφενείο. Αυτός ήταν που έβαλε πρώτος ζάχαρη και
γάλα στον καφέ και έτσι έγινε όπως τον ξέρουμε σήμερα. Και στην Αμερική
οι Γάλλοι τον πήγαν από τη Μαρτινίκα, και σιγά σιγά έφτασε στη Βραζιλία
και την Κολομβία, αναζητώντας εκτάσεις για να τον καλλιεργήσουν.
Ο καφές έγινε μέρος της ζωής. Μπήκε στην κουλτούρα των ευρωπαίων και ως
απαραίτητο εργαλείο σε συζητήσεις και συναθροίσεις, απασχόλησε και
διατέθηκε για πειραματισμούς. Το θέμα του πολλαπλασιασμού της
ατομικότητας (κάπως έτσι προσπάθησε να ορίσει ο C.B. την δράση της καφεΐνης σε σχέση με το νευρικό σύστημα) προσπάθησε να το αναλύσει ο Baudelaire με αφορμή το έργο του De Quincey, αλλά νομίζω ότι υπέπεσε σε σφάλματα που δεν θέλουμε να του αναγνωρίσουμε από δέος προς την θεόρατη λογοτεχνική του μορφή.
Από τον De Quincey μάθαμε
ότι αρκετοί ανακάτευαν τον καφέ και τον καπνό με το όπιο. Ο καφές, το
τσάι και τα οινοπνευματώδη λειτουργούν ενισχυτικά προς τις ιδιότητες
του οπίου. Θα έχεις δει καμία ταινία στον κινηματογράφο όπου σε κάποιο
ήσυχο και σκοτεινό ασιατικό μπορντέλο, οι δυτικοί σωριασμένοι σαν
τσουβάλια στις μαξιλάρες και σκεπασμένοι με κουβέρτες, πίνουν τσάι και
φουμάρουν τα λεπτά, μακριά τσιμπούκια που τους ανάβουν οι ιθαγενείς
φροντίζοντας να τα ταΐζουν με κάρβουνο και καπνό.
Εδώ σταματάω όμως γιατί μπαίνουμε σε μεγάλα χωράφια.
Η ώρα πήγε 5, το ραδιόφωνο παίζει Grant Green και πείνασα...
Μια γλωσσολογική προσέγγιση στο κάπνισμα.
Η έννοια του τσιγάρου είναι αρχαία υπόθεση, αλλά η λέξη (τσιγάρο, σιγάρον, σιγαρέττον) βαδίζει εξελικτικά παράλληλα με την μεταβολή του από χειροποίητο αγαθό σε βιομηχανικό προϊόν. Η γλωσσολογική αυτή εξέλιξη καλύπτει όλον τον 19ο αιώνα. Το 1688 εμφανίστηκε η Ισπανική λέξη cigarro και το υποκοριστικό της cigarrito. Η προέλευση της λέξεως είναι μάλλον η ταυτόσημη jigar που άκουσαν στην Αμερική από τους ινδιάνους οι Ισπανοί άποικοι. Αργότερα εμφανίστηκαν στα Γαλλικά οι λέξεις cigare και cigarette, καθώς και η σύνθετη λέξη fume-cigarette (πίπα, όπου βεβαίως αναφέρομαι στην πίπα που αντικατέστησε το φίλτρο στα σύγχρονα τσιγάρα). Στα Ιταλικά υπάρχουν οι λέξεις zigarro, cigaro και sigaro, όπου και οι τρεις σημαίνουν πούρο, καθώς και τα υποκοριστικά sigaretto και sigaretta, εξ ών και το ημέτερο σιγαρέττον (σίγουρα οι νεότεροι αγνοούν τη λέξη, αλλά αν ρωτήσετε τους παππούδες σας θα σας διαφωτίσουν). Οι παππούδες μας που ζούσαν σε αγροτικές περιοχές, κάπνιζαν χοντρά τσιγάρα από μεταξωτά καλαμποκόφυλλα και ακατέργαστο καπνό που έστριβαν μέσα στα χωράφια. Κάποιοι ιθαγενείς της Ινδονησίας και των Άνδεων καπνίζουν ακόμα τέτοια αυτοσχέδια πούρα, που τα παραγεμίζουν με αρωματικά φυτά και μελάσα. Η λέξη τσιγάρο επέζησε μέχρι της μέρες μας και χρησιμοποιείται καθημερινά. Κατά καιρούς υπήρξαν και κάτι κακόγουστες καθαρευουσιάνικες λέξεις της εποχής του Κοραή όπως το Καπνοκυλίνδριον και το καπνοσύστρεμα, που μου θυμίζουν το σαρκαστικό αργκοτικό της σύγχρονης εποχής «καρκινοσωλήνας». Ο καπνός και η στάχτη χρησιμοποιούνταν παλιά για την επούλωση των πληγών. Επίσης έκαναν κλύσμα στα άλογα με καπνό διαλυμένο σε χλιαρό νερό. Σχετικά με το κάπνισμα της πίπας υπάρχει μια παρεξήγηση. Παρά την γλωσσολογική σύγχυση της εποχής, το τσιμπούκι και η πίπα (αντιπαρέρχομαι την σεξουαλική σημασία των λέξεων) είναι δυο διαφορετικά πράγματα. Όπως ανέφερα παραπάνω η πίπα είναι ένας σωλήνας που αντικαταστάθηκε από το φίλτρο στα σύγχρονα τσιγάρα, ενώ το τσιμπούκι είναι σωλήνας με φίλτρο που καταλήγει σε λουλά (εστία ή καπνοθέτης. Έχει ενδιαφέρον ότι προέρχεται από το περσικό lule που σημαίνει θήλαστρο). Τα σύγχρονα τσιμπούκια προήλθαν από τα τσιμπούκια των Οθωμανών μπέηδων που είχαν μήκος ως και δυο μέτρα. Στην μια άκρη είχαν ένα κεχριμπαρένιο επιστόμιο και στην άλλη πήλινο λουλά. Τα τσιμπούκια αυτά ήταν ακουμπισμένα στο πάτωμα, μέσα σε πιάτο για να μην καίγεται το χαλί, και τα άναβαν παραπαίδια τα οποία ονόμαζαν Τσιμπούκ-ογλάν. Ο χαρακτηρισμός αυτός απέκτησε βαρύτατη σημασία σαν βρισιά καθώς οι μπέηδες δεν παρέλειπαν να θωπεύουν επιμελώς τας νοτίους επαρχίας των παιδιών αυτών, ή να τους ζητούν διάφορες σεξουαλικές εξυπηρετήσεις. Η λέξη πίπα προήλθε από το λατινικό pippa και γενικά σημαίνει σωληνάκι.
Apologia Pro Vita Sua (No poetic crap here sis...)
for S.T.Coleridge (1800)
The poet in his lone yet genial hour
Gives to his eyes a magnifying power:
Or rather he emancipates his eyes
From the black shapeless accidents of size--
In unctuous cones of kindling coal,
Or smoke upwreathing from the pipe's trim bole,
His gifted ken can see
Phantoms of sublimity.
Gives to his eyes a magnifying power:
Or rather he emancipates his eyes
From the black shapeless accidents of size--
In unctuous cones of kindling coal,
Or smoke upwreathing from the pipe's trim bole,
His gifted ken can see
Phantoms of sublimity.
Je suis la pipe d'un auteur... (freaky poetic crap)
(After C.Baudelaire)
Βλέπεις...?
Τυλίγω και λικνίζω την ψυχή του ανθρώπου μέσα στο ευκίνητο γαλανό σύμπλεγμα που ανεβαίνει προς τον ουρανό απο το πύρινο στόμα μου...
Είμαι ένα δυνατό βάλσαμο για την καρδιά.
Συνταγή αρχαία.
Εκατόν Έντεκα τσιγάρα (από το βιβλίο της Χριστίνας Χριστοφόρου)
του Γιάννη Νένε
● ● ● Υπήρχαν παλιά κάποιες ακαριαίες στιγμές που
έκαναν, ένα αναμμένο τσιγάρο, να μοιάζει επικολυρική ποίηση.
Περπατώντας, ας πούμε,
νύχτα, στις δροσιές και στα σκοτάδια, μία πεταμένη γόπα πάνω στις πλάκες με την
ισχνή της κάφτρα να σαλεύει ακόμα αναδεύοντας ένα ίχνος καπνού, σου έδειχνε την
κατεύθυνση – έβρισκες το δρόμο στα βήματα εκείνου που την πέταξε μόλις πριν
λίγο. Ήταν ένα σημάδι· το σενάριο έβρισκε την επόμενη σκηνή του. Γοητευτικό.
● ● ● Αλλά εκείνες οι νύχτες είχαν, έτσι κι αλλιώς,
άλλον αέρα. Είχαν κάθε ανάσα να αχνίζει
ζεστή, επάνω στο κρύο, σκούρο μπλε τους. Μιλούσες κι έφευγαν τρελές οι λέξεις,
μικρά συννεφάκια ζωής δεξιά κι αριστερά από το έρκος των οδόντων σου. Αλλά
είχε, βλέπεις, κι ακόμα κρύο. Έτρεμες από αγάπη, να πεις πολλά μέσα στο μηδέν
Κελσίου. Τα φιλιά ακόμα εξέπεμπαν τη μικρή τους, θερμή ομίχλη, θολώνοντας το
φακό ακριβώς έτσι όπως θα ήθελε ο σκηνοθέτης του μυαλού σου.
● ● ● Σήμερα δεν έχει πια χειμώνες σε αυτό το location
που βρέθηκες.
● ● ● Σήμερα τα φιλιά, στην Αθήνα, στο δρόμο, δεν
υπάρχουν. Όταν τα συναντήσω, είναι κρυμμένα μέσα σε
γιακάδες και σηκωμένους βραχίονες σαν το «φτέρνισμα του κόμη Ντράκιουλ»
(κρύβεις το πρόσωπο με τον όρθιο αγκώνα και την κάπα σου, με τρόπο Κρίστοφερ
Λι), κουκουλώνει ο ένας την άλλη για να προστατεύσει τις αναπνοές τους από τις
κάμερες και τον τοξικό αέρα. Και μόλις φιληθούνε, ξεταπώνουν, κάνουν λίγο πίσω
και ανάβουνε τσιγάρο.
● ● ● Η Αθήνα περισσότερο καπνίζει και λιγότερο
φιλιέται.
● ● ● Η Χριστίνα Χριστοφόρου δεν ζει στην Αθήνα. Ζει στο Λονδίνο και σχεδιάζει εικόνες. Πέρσι, όταν
ερχόταν εδώ, έκανε βόλτες, πήγαινε στα μαγαζιά, στο Magaze, στο Use, στο
Φίλιον, και κρυφάκουγε τους Αθηναίους. ATHENS VOICES. Τους κατέγραφε πάνω στην
πιο σημαντική στιγμή της ζωής αυτής της πόλης: στον καφέ και στο τσιγάρο. Και
τους έκανε βιβλίο. Ένα μικρό, τσεπάτο βιβλιαράκι, λίγο μεγαλύτερο σε διαστάσεις
από ένα πακέτο τσιγάρων.
● ● ● «Εκατόν έντεκα φράσεις που άκουσα από εκατόν
έντεκα ανθρώπους αμέσως πριν καπνίσουν εκατόν έντεκα τσιγάρα». Ένα αναπτηράκι σχεδιασμένο στο εξώφυλλο και εκατόν
έντεκα γόπες στις σελίδες του:
• «Σόρι, κιόλας». (Και ανάβει τσιγάρο)
• «Παιδιά, ό,τι θέλετε. Εγώ όλα τα τρώω». (Και ανάβει τσιγάρο)
• «Είμαι χαζή που δεν το σκέφτηκα, ή μπορεί να είμαι χαζή που τελικά το σκέφτηκα». (Και ανάβει τσιγάρο)
•«Άμα πας έτσι στο χορηγό, φράγκο δε θα πάρεις». (κ.ο.κ.)
• «Παιδιά, ό,τι θέλετε. Εγώ όλα τα τρώω». (Και ανάβει τσιγάρο)
• «Είμαι χαζή που δεν το σκέφτηκα, ή μπορεί να είμαι χαζή που τελικά το σκέφτηκα». (Και ανάβει τσιγάρο)
•«Άμα πας έτσι στο χορηγό, φράγκο δε θα πάρεις». (κ.ο.κ.)
● ● ● Η Αθήνα καπνίζει. Tώρα, με περισσότερο εκδικητική μανία απ’ ό,τι πριν
την «απαγόρευση». Φουντώνει το κουρνιαχτό μέσα στις κόχες και τις καταπακτές
της, ανοίγεις μια πόρτα και ξεχύνεται από μέσα το ghoul με την ανάσα μαύρη,
βγαίνουν αναθυμιάσεις από πνευμόνια – σφουγγάρια γεμάτα πίσσες. Παλιά κάπνιζα
κι εγώ σαν τη χαλυβουργική, αλλά ήταν το λιγότερο από αυτά που έκανα ώστε να το
θεωρήσω «βλαβερό». Σιγόκαιγα τις μέρες μου, μέχρι που μου τελείωσε η ανάσα.
Έγινε διακεκομμένη, ύστερα έκανε δυο-τρία παφ πουφ κι ύστερα έσβησε (οκ, σχεδόν)
σαν γόπα στις σελίδες της Χριστίνας Χριστοφόρου. Σταμάτησα να καπνίζω εδώ και
εφτά χρόνια, ούτε που το περίμενα ότι θα το καταφέρω. Τώρα με ενοχλεί αφάνταστα
η κάπνα του τσιγάρου. Με πνίγει. Αναζητώ απεγνωσμένα αέρα. Βγάζω το κεφάλι έξω
από το παράθυρο σαν τα σκυλιά στα αυτοκίνητα, με τη γλώσσα έξω.
• «Έλα, ρε μαμά, έλα, ρε μαμά». (Και ανάβει τσιγάρο)
● ● ● Ανιχνεύω και την παραμικρή υποψία νικοτίνης. Σε βλέπω. Με κοιτάς με ξινισμένη αμηχανία όταν σε
πλησιάζω, κρύβεις κάτω από το τραπέζι το αριστερό σου χέρι και με το δεξί
κάνεις την αδιόρατη κίνηση «διώχνω κουνούπι» από μπροστά σου. Κάνω στροφή και
φεύγω. Διασχίζω γρήγορα τους χώρους με την ατμόσφαιρα πυκνή από την μπουρούχα,
σαν αράχνες, κουρέλια, σκόνες αιώνων. Θυμώνω άγρια με εκείνους που δεν σέβονται
τον αέρα των άλλων. Αλλά πιο πολύ θυμώνω με την τελεσίδικη σημασία που δίνουν
στο τσιγάρο τους, σαν νεύρωση, σαν αδυναμία, σαν έξαλλο τικ μπροστά στην
παραμικρή τους ευθύνη.
● ● ● Θυμώνω που δεν έχει σενάριο αυτό το κολοτσίγαρο.
• «Θυμάσαι εκείνο τον τύπο στη Σέριφο;»
• «Και η Κέρκυρα με ενδιαφέρει, όλα με ενδιαφέρουν σε αυτή τη φάση».
• «Ευκολάκι, πάντως, δεν είναι».
• «Καλά, ηλίθιος είσαι; Κόντεψα να μείνω». (Και ανάβουν όλοι τσιγάρο)
• «Και η Κέρκυρα με ενδιαφέρει, όλα με ενδιαφέρουν σε αυτή τη φάση».
• «Ευκολάκι, πάντως, δεν είναι».
• «Καλά, ηλίθιος είσαι; Κόντεψα να μείνω». (Και ανάβουν όλοι τσιγάρο)
● ● ● «Σας πειράζει το τσιγάρο;» με ρωτάει χωρίς στ’ αλήθεια να με ρωτάει, ο ταρίφας
που με πάει στο αεροδρόμιο. Τον βλέπω πίσω από σύννεφα, ένας καφέ σταχτί όγκος
σφηνωμένος σε λαμαρίνες. Δεν μπορώ να βγάλω ούτε έναν ήχο από την ασφυξία.
Ανοίγω λίγο το παράθυρο (δεν ανοίγει, του κάνω νόημα, γρυλίζει, το ανοίγει δύο
δάχτυλα). Με μαχαιρώνει παγωμένος αέρας Αττικής Οδού πάνω στο μέτωπο. Παίρνω τη
στάση Σκύλος-Γλώσσα-Έξω.
• «Θα με κάνεις να καπνίσω» λέει το τσιγάρο, νούμερο εκατόν ένα στο βιβλίο.
● ● ● Φτάνουμε στο Τελωνείο. Μπαίνω σε ένα λαβύρινθο γραφειοκρατίας, σκάλες,
είσοδοι, πόρτες, παράθυρα, ένα γαμοπακέτο θέλω να ρημαδοπληρώσω, να ρημαδοπάρω
και να ρημαδοφύγω. Δύο κτίρια και δεκαεφτά γκισέ αργότερα, είμαι καπνισμένος
σαν σύγκλινο. Μεσήλικες τελωνειακοί που μου γάβγιζαν στον ενικό σαν να με
ήξεραν και από τον ιππόδρομο, με σπορ βρόμικα μπουφάν, απεριποίητες γκρήζυ
χαίτες και εκατόν έντεκα χιλιάδες τσιγάρα στα χέρια τους, πότισαν τη μέρα και
το ωριλά μου με τόσο καμένο άνθρακα που νόμισα ότι ήταν για μένα η κάσα από
σανίδες και τον πρόχειρο σταυρό καρφωμένο πάνω της, που είδα να ξεφορτώνουνε
βαριά οι μεγαλοκούριερ, μαζί με άλλα εμπορεύματα και χαρτόκουτα Amazon.com,
βγαίνοντας από το γραφείο νούμερο έντεκα και πηγαίνοντας στην αποθήκη δώδεκα
για ακόμα μία σφραγίδα.
• «Ουου, εδώ κι ένα χρόνο» λέει μία φωνή και ανάβει το τσιγάρο νούμερο εκατόν δύο
του βιβλίου.
● ● ● Θολωμένος το ίδιο βράδυ, σε ένα πάρτι, μετά από εφτά χρόνια και τέσσερις -
πέντε - εφτά βότκες, ζητάω για πρώτη φορά να μου δώσουν κι εμένα ΕΝΑ ΤΣΙΓΑΡΟ.
Δε γαμιέται. Πρέπει κάπως να συμμετέχω κι εγώ στη ζωή αυτής της πόλης. Δώσε.
● ● ● Το πρώτο παφ, με τον παμπάλαιο αγαπημένο ήχο
κλινγκ από έναν πρόθυμο, διπλανό Zippo και το μικρό
ντουμάνι μπεντζίνας που μου ήρθε απότομα στη μούρη, ήταν εξαίσιο. Ξύπνησε μέσα
μου όλες τις κοιμισμένες αμαρτίες. Χιλιάδες πορνοαγγελάκια σηκώθηκαν μέσα στο
μυαλό μου σα νυχτερίδες. Στο δεύτερο παφ είδα μπροστά μου τον ταρίφα σε
διαστάσεις Γκόλεμ, να κρατάει στα χέρια του ένα θεϊκό, ζουμερό σουφλέ σοκολάτας
και να μου το προσφέρει. Πάρε.
● ● ● «ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΣΟΥΦΛΕ! Είναι τα πνευμόνια σου» άκουσα τη Σαπφώ Νοταρά να μου λέει αρπάζοντάς με από
το λαιμό.
● ● ● Ήταν το τσιγάρο 112. Το έσβησα για πάντα μέσα στη βότκα και βγήκα έξω,
στον καθαρό αέρα της αγαπημένης μας πόλης.
Τα τσιγάρα της Ιπποκράτους
γράφει ο Νικήτας Καραγιάννης
Τα τσιγάρα της Ιπποκράτους
γράφει ο Νικήτας Καραγιάννης
Μεσημέρι και στην οδό Ιπποκράτους ο κόσμος πηγαινοέρχεται, σνομπάροντας τις
βιτρίνες, κοιτάζοντας χαμηλά, μιλώντας στα κινητά. Στις εισόδους των θεάτρων
κοντά στη συμβολή με την Πανεπιστημίου υπάλληλοι αναρτούν τις αφίσες για τα
έργα της νέας σεζόν, ενώ εγώ περιμένω το ραντεβού μου κάπου εκεί, δίπλα σε μία
στάση λεωφορείου. Μόλις έχω βγάλει τον καπνό από την τσάντα και στρίβω ένα
τσιγάρο στα όρθια. Ο κολλητός μου έχει αργήσει λίγο, αλλά βρίσκω το χρόνο να
κάνω ένα τσιγάρο «στο πόδι». Στην τρίτη τζούρα εμφανίζεται.
«Άργησα;», ρώτησε πιάνοντας την αναπνοή του από το τρέξιμο. «Δεν πειράζει,
έκανα ένα τσιγάρο», του απάντησα ξέροντας πως εκείνο το μεσημέρι, όσο και να
αργούσε, δεν θα με πείραζε. Θα μπορούσα να καπνίσω ένα ολόκληρο σακουλάκι καπνό
χωρίς να το πάρω χαμπάρι. «Λοιπόν, πού θα πάμε για καφέ να μου πεις τα
καθέκαστα; Σίγουρα, πάντως, κάπου έξω, για να καπνίσουμε. Η υπόθεση σηκώνει
τσιγάρο, μου φαίνεται…». Με το που κάνουμε να φύγουμε, το μάτι του πέφτει σε
ένα μικρό μαυροπίνακα μπροστά στην είσοδο ενός καφέ, ο οποίος πάνω από τις
προσφορές του μαγαζιού έγραφε φαρδιά-πλατιά: «Εδώ καπνίζουμε! «Καλά, σούπερ; Ε,
μπράβο τους, λοιπόν! Τι λες;», ενθουσιάστηκε και πριν μου το πει, έβγαζα ήδη
την κάμερα από την τσάντα. «Τι να πω; Μόνο και μόνο για να υποστηρίξουμε το
μποϋκοτάζ του κουλού μέτρου, οφείλουμε να κάτσουμε εδώ!».
Αράξαμε σε ένα τραπεζάκι με την παλιά, καλή -προ αντικαπνιστικού μέτρου-
άνεση. Μέχρι να έρθουν οι καφέδες, οι τζούρες και τα λόγια έπεφταν βροχή.
«Λοιπόν, τι συμβαίνει;». «Δεν ξέρω, τα έχω παίξει. Μου φαίνεται ότι θέλω να του
πω ότι πρέπει να απομακρυνθούμε ο ένας από τον άλλο, για λίγο…». «Γιατί δεν του
λες απλά ότι είσαι πολύ ερωτευμένος μαζί του, να μην νομίζει άλλα ο άνθρωπος;».
«Μου είναι αδύνατον. Φοβάμαι ότι θα τον φέρω σε πολύ δύσκολη θέση». «Ενώ αν δεν
του πεις την αλήθεια, θα έρθει σε ευκολότερη; Σύνελθε, πότε θα μεγαλώσεις;».
«Ασε με κι εσύ…».
I do not do research on why people have a favourite coffee mug. I do research on fundamental mechanisms of learning and decision making, and how they are built into our brains. I was on the Today programme discussing the psychology of coffee last week and I mentioned favourite mugs (you can listen to what I said here, or read it in this Telegraph article which quotes me from that programme). I was asked to be on the Today programme because of an article I wrote in 2003, Psychology in the Coffee Shop. This was a light review and opinion piece about all the ways in which psychological theory intersects with the experience of drinking a cup of coffee. It is this article that comes up as the first hit if you google "psychology" and "coffee".
This is my opinion, briefly, on favourite mugs: coffee and tea contain caffeine, which promotes dopamine release. Dopamine is a neurotransmitter, a chemical messenger in the brain, known to be intimately connected with learning and reward. The dopamine release brought about by a caffeinated drink hacks our natural learning mechanisms, causing them to seek to identify and repeat whatever is consistently associated with that dopamine release. This is why rituals, such as favourite coffee mugs, develop.
Before appearing on the Today programme I did ask myself if I should really be speaking to the media about something which is really no more than an entertaining opinion. I decided I should, partly because my research does cover the wider topics of learning and the development of preferences, partly because although it is just an opinion it is my professional, theory-motivated, opinion as a psychologist, and partly because I wanted my grandmother to be able to listen to me on radio 4.
I've been surprised by how much interest there is in the "why you have a favourite mug" aspect of what I've said. Several people have got in touch to ask about "my research into how coffee tastes out of favourite mugs", or to find out how I "proved that coffee tastes better from your favourite mug".
I have done no research into whether coffee does or does not taste better in your favourite mug. I am taking this as an accepted fact, for which I have offered a theoretical explanation. I regard the taste of the coffee from a favourite mug as something people can verify for themselves, without needing a psychologist to tell them. We all know that the drink is chemically the same from whatever mug it is served in, but yet people develop preferences. This is because taste and enjoyment are not merely about objective measurements, such as temperature, chemical composition and whatnot, but about psychological factors as well, such as the history of learning experiences that each individual has had.
Arguably, it might be something of a waste of public money if I spent my professional life asking people about their favourite coffee mugs. It is not clear that things such as this are interesting in themselves, or that anyone needs to have their choice of beverage receptacle validated by the latest research in psychological science. Despite the impression formed by some in the media, this is not what psychologists do. We investigate the fundamental principles of the operation of the mind, how they are played out in behaviour and how they are based in the brain. Sometimes we even make some progress in our understanding, and then are in the position to give a deeper perspective on some phenomenon with which everyone is familiar. This, I hope, is the case with the favourite coffee mug example.
The psychology of coffee
by Tom_idiolect
I do not do research on why people have a favourite coffee mug. I do research on fundamental mechanisms of learning and decision making, and how they are built into our brains. I was on the Today programme discussing the psychology of coffee last week and I mentioned favourite mugs (you can listen to what I said here, or read it in this Telegraph article which quotes me from that programme). I was asked to be on the Today programme because of an article I wrote in 2003, Psychology in the Coffee Shop. This was a light review and opinion piece about all the ways in which psychological theory intersects with the experience of drinking a cup of coffee. It is this article that comes up as the first hit if you google "psychology" and "coffee".
This is my opinion, briefly, on favourite mugs: coffee and tea contain caffeine, which promotes dopamine release. Dopamine is a neurotransmitter, a chemical messenger in the brain, known to be intimately connected with learning and reward. The dopamine release brought about by a caffeinated drink hacks our natural learning mechanisms, causing them to seek to identify and repeat whatever is consistently associated with that dopamine release. This is why rituals, such as favourite coffee mugs, develop.
Before appearing on the Today programme I did ask myself if I should really be speaking to the media about something which is really no more than an entertaining opinion. I decided I should, partly because my research does cover the wider topics of learning and the development of preferences, partly because although it is just an opinion it is my professional, theory-motivated, opinion as a psychologist, and partly because I wanted my grandmother to be able to listen to me on radio 4.
I've been surprised by how much interest there is in the "why you have a favourite mug" aspect of what I've said. Several people have got in touch to ask about "my research into how coffee tastes out of favourite mugs", or to find out how I "proved that coffee tastes better from your favourite mug".
I have done no research into whether coffee does or does not taste better in your favourite mug. I am taking this as an accepted fact, for which I have offered a theoretical explanation. I regard the taste of the coffee from a favourite mug as something people can verify for themselves, without needing a psychologist to tell them. We all know that the drink is chemically the same from whatever mug it is served in, but yet people develop preferences. This is because taste and enjoyment are not merely about objective measurements, such as temperature, chemical composition and whatnot, but about psychological factors as well, such as the history of learning experiences that each individual has had.
Arguably, it might be something of a waste of public money if I spent my professional life asking people about their favourite coffee mugs. It is not clear that things such as this are interesting in themselves, or that anyone needs to have their choice of beverage receptacle validated by the latest research in psychological science. Despite the impression formed by some in the media, this is not what psychologists do. We investigate the fundamental principles of the operation of the mind, how they are played out in behaviour and how they are based in the brain. Sometimes we even make some progress in our understanding, and then are in the position to give a deeper perspective on some phenomenon with which everyone is familiar. This, I hope, is the case with the favourite coffee mug example.




