...φυγείν αδύνατον
Ήταν να το κόψω μετά από κάθε εξεταστική.
Το "μετά την εξεταστική" κάποια στιγμή έγινε "όταν πάρω πτυχίο".
Πήρα και πτυχίο και είπα θα το κόψω μόλις πάω φαντάρος, αλλά μετά το ξανασκέφτηκα και είπα να το κόψω μόλις απολυθώ από φαντάρος.
Μετά είχα βάλει ημερομηνίες ορόσημο κάτι πρωτοχρονιές, κάτι γενέθλια, κάτι πρωταθλήματα του Ολυμπιακού, όλα ανεπιστρεπτί περασμένα.
Βλέπεις εδώ και 12 χρόνια, το πρώτο πράγμα που σκέφτομαι μόλις συνειδητοποιήσω ότι έχω ξυπνήσει και είναι η επόμενη μέρα από αυτήν που κοιμήθηκα, είναι αυτή η ρουφηξιά του ζεστού αρωματικού ελληνικού και καπάκι η πρώτη μεγάλη τζούρα της ημέρας. Είναι τότε που ο συνδυασμός νικοτίνης - καφεΐνης με βοηθά να θυμηθώ τ' όνομά μου, πού είμαι, τι έχω να κάνω, γενικώς με φέρνει σ' επαφή με το περιβάλλον.
Πριν κανά εξάμηνο έπεσα σε συζήτηση για διακοπή καπνίσματος μέσω βελονισμού, λέω δεν μπορεί, σημαδιακό είναι...
Πήρα το τηλέφωνο, χωρίς να το πολυσκεφτώ πήγα και για να μην πολυλογώ, μετά από απίστευτη ταλαιπωρία το έκοψα.
Δεν νομίζω να βοήθησε τόσο ο βελονισμός (πέρασα πολύ δύσκολα), όσο οι αυθυποβολές του στυλ
"τώρα κάνω και βελονισμό"
"αν δεν το κόψω τώρα, δεν θα το κόψω ποτέ"
"δεν είναι δυνατόν να μπορούν να το κόψουν όλοι, εκτός από 'μένα".
Τελικά, μετά από 2 μήνες αποχής, είχα μπροστά μου όλα τα καλά και η διαφορά ήταν πολύ μεγαλύτερη απ' ότι περίμενα.
Διπλάσιες αντοχές στην δουλειά, απείρως καλύτερη διάθεση, καλύτερο ύπνο, φυσική ευεξία κ.ο.κ.
Α, και μπορούσα να γελάω δυνατά χωρίς να με πιάνει τσιγαρόβηχας.
Επίσης είχα αποκτήσει ένα αίσθημα ανωτερότητας (αλλά και κατανόησης συνάμα) απέναντι στους καπνιστές (εξαρτημένα άτομα, πρεζάκια κλπ). Είχα πάρει και 5 κιλάκια, τα οποία σκόπευα να χάσω με κολυμβητήρια και μουντιαλίτο.
Μέχρι που ξύπνησα μια Κυριακή και το μυαλό μου καρφώθηκε απότομα σε 2 πούρα (δώρα από καιρό), μεγαλοπρεπώς κείμενα στην βιβλιοθήκη μου. Έφτιαξα και καφέ... αυτό ήταν.
Ούτως ή άλλως τώρα ξέρω. Αν θέλω να το κόψω, μπορώ. Λέμε τώρα...
No Coffee Blues

- Καπνίζεις καιρό?
- «Καπνίζω». Απάντησα κοφτά στον ευγενέστατο κατά τα άλλα νευρολόγο του Αιγινήτειου νοσοκομείου, προσπαθώντας να μην οριοθετήσω το χρόνο από ντροπή και να τερματίσω το διάλογο.
- Συστηματικά?
- Από δεκατεσσάρων ετών, πέρναγα καμία βδομάδα με ένα 20άρι πακέτο αλλά από τότε που έδωσα πανελλήνιες ψιλοεκτροχιάστηκα.
- Είναι εμφανές ότι καταναλώνεις και αρκετό αλκοόλ, πράγμα που δεν βοηθάει. Πίνεις συστηματικά και τι ποσότητες?
- «Ναι, δυστυχώς είναι αλήθεια ότι μάλλον έχω υπερβεί τα όρια της χρήσης». Απάντησα με δυσκολία εστιάζοντας στη δερμάτινη μολυβοθήκη του, σφίγγοντας παράλληλα τα δόντια και το μπράτσο της πολυθρόνας από ντροπή.
- «Τοξικές ουσίες»? Ρώτησε με παγωμένο ύφος.
- «Όχι». Απάντησα όσο πιο ειλικρινά μπορούσα.
Ο γιατρός το σημείωσε στα χαρτιά του και συνέχισε με τις ερωτήσεις προκειμένου να διερευνήσει την εμφανώς κλονισμένη υγεία μου. Ήμουν 22 ετών, ψηλός και αδύνατος και φαινόμουν σε καλή φυσική κατάσταση. Ωστόσο η έμπειρη ματιά του γιατρού διέγνωσε ότι τα υπεραυξημένα αντανακλαστικά μου και η εμφανής εξάντληση του οργανισμού μου, σχετίζονταν με την υπερκατανάλωση αλκοόλ και καφεΐνης. Δίπλα στο ακτινολογικό τμήμα του Αρεταίειου νοσοκομείου εξετάζανε τις ακτινογραφίες του στομαχιού μου για να διαγνώσουν το έλκος που θα μου ανακοίνωναν λίγο αργότερα. Το στομάχι μου υπέφερε από την υπεροξέωση και οι μυς μου ήταν μουδιασμένοι μαρτυρώντας το χθεσινό μεθύσι. Οι σιελογόνοι αδένες κάτω από τη στεγνή γλώσσα μου είχαν στερέψει κάνοντάς με να αναζητώ κάτι να πιώ. Όμως οι προφανείς απαντήσεις στην επιθυμία μου ήρθαν σαν απαγόρευση εκ της διευθύνσεως.
- «Καπνίζω». Απάντησα κοφτά στον ευγενέστατο κατά τα άλλα νευρολόγο του Αιγινήτειου νοσοκομείου, προσπαθώντας να μην οριοθετήσω το χρόνο από ντροπή και να τερματίσω το διάλογο.
- Συστηματικά?
- Από δεκατεσσάρων ετών, πέρναγα καμία βδομάδα με ένα 20άρι πακέτο αλλά από τότε που έδωσα πανελλήνιες ψιλοεκτροχιάστηκα.
- Είναι εμφανές ότι καταναλώνεις και αρκετό αλκοόλ, πράγμα που δεν βοηθάει. Πίνεις συστηματικά και τι ποσότητες?
- «Ναι, δυστυχώς είναι αλήθεια ότι μάλλον έχω υπερβεί τα όρια της χρήσης». Απάντησα με δυσκολία εστιάζοντας στη δερμάτινη μολυβοθήκη του, σφίγγοντας παράλληλα τα δόντια και το μπράτσο της πολυθρόνας από ντροπή.
- «Τοξικές ουσίες»? Ρώτησε με παγωμένο ύφος.
- «Όχι». Απάντησα όσο πιο ειλικρινά μπορούσα.
Ο γιατρός το σημείωσε στα χαρτιά του και συνέχισε με τις ερωτήσεις προκειμένου να διερευνήσει την εμφανώς κλονισμένη υγεία μου. Ήμουν 22 ετών, ψηλός και αδύνατος και φαινόμουν σε καλή φυσική κατάσταση. Ωστόσο η έμπειρη ματιά του γιατρού διέγνωσε ότι τα υπεραυξημένα αντανακλαστικά μου και η εμφανής εξάντληση του οργανισμού μου, σχετίζονταν με την υπερκατανάλωση αλκοόλ και καφεΐνης. Δίπλα στο ακτινολογικό τμήμα του Αρεταίειου νοσοκομείου εξετάζανε τις ακτινογραφίες του στομαχιού μου για να διαγνώσουν το έλκος που θα μου ανακοίνωναν λίγο αργότερα. Το στομάχι μου υπέφερε από την υπεροξέωση και οι μυς μου ήταν μουδιασμένοι μαρτυρώντας το χθεσινό μεθύσι. Οι σιελογόνοι αδένες κάτω από τη στεγνή γλώσσα μου είχαν στερέψει κάνοντάς με να αναζητώ κάτι να πιώ. Όμως οι προφανείς απαντήσεις στην επιθυμία μου ήρθαν σαν απαγόρευση εκ της διευθύνσεως.
«Θα ήταν φρόνιμο να σταματήσεις να πίνεις καφέδες και μαύρο τσάι, να αποφεύγεις τα καυτερά φαγητά, τα αναψυκτικά και το αλκοόλ. Επίσης θα έκανες ένα μεγάλο δώρο στην υγεία σου αν έκοβες το κάπνισμα. Είσαι πολύ νέος είναι κρίμα…».
Αυτό μου ακούστηκε σαν το ξύλινο σφυρί που επικυρώνει την απόφαση του δικαστηρίου, αλλά ήξερα ότι εγώ ήμουν αυτός που πήγα εκεί ζητώντας βοήθεια. Η κολασμένη επιθυμία μου για μια τεράστια κούπα αχνιστού γαλλικού καφέ εκείνη τη στιγμή βρισκόταν σε περίοπτη θέση ανάμεσα στις προτροπές του γιατρού, σαν το μαρτύριο των πρωτόπλαστων με εκείνο το γαμημένο το δέντρο της γνώσης.
Τελικά χαμήλωσα το βλέμμα, πήρα τις εξετάσεις και έφυγα…
Η συνέχεια είναι μια άλλη ιστορία που δεν έχει να κάνει με το παρόν ζήτημα. Εξακολουθώ όμως να πιστεύω ότι μια ζεστή κούπα καφέ και λίγος λεπτός αρωματισμένος καπνός πού σου ζεστάνει τους πνεύμονες, είναι απολαύσεις άμεσα συγκρίσιμες με το ζεστό χαμόγελο μιας γοητευτικής περαστικής γυναίκας που δεν θα ξανασυναντήσεις ποτέ, ενός λευκού άνθους ορχιδέας που σε λίγες μέρες θα μαραθεί ή την πτήση μιας πολύχρωμης πεταλούδας που στο τέλος της ημέρας τελειώνει μαζί με τη ζωή της.
Για να μείνεις αδιάφορος για τον αιμοσταγή δήμιο με τη μορφή ρολογιού πρέπει να απολαμβάνεις την κάθε στιγμή της ζωής σαν να είναι η τελευταία. Και σε ένα τέτοιο οργανόγραμμα δεν υπάρχει χώρος και χρόνος για τύψεις.
......
Ένα
πρωί πήγα να δω τι κάνει. Το μαγαζί που είχε ανοίξει, ήτανε στο Μεταξουργείο,
ολόκληρη εκδρομή, από τα βόρεια προάστια στο κέντρο. Έκανε
καφέδες όλων των ειδών, πουλούσε τυρόπιτες και τοστ. Τι του' ρθε; Να πεις πως
ήταν από κείνους που αλλάζουν εκατό δουλειές, λαντζέρης, σεκιουριτάς,
φορτηγατζής, οικοδόμος γιατί δεν έχουν άστρο; Αυτός είχε και παραείχε. Έτσι το
άνοιξε, να συμπληρώσει τη λίστα της ζωής. Συντροφιά του, τα βράδια με τον
υπολογιστή ανοιχτό να παίζει τις μουσικές του κόσμου, τις ταινίες που κατέβαζε,
τον καπνό από τα τσιγάρα του.
Αντίο, ψιθύρισε
σιγανά..
Βγήκε στο δρόμο
και περπατώντας άναψε ένα τσιγάρο. Βαρύ, σέρτικο, δικό του, από την ταμπακιέρα
που είχε ξεχάσει στο γραφείο της χθες. Είχε ζέστη ακόμη δεν είχε πέσει ο ήλιος
και αισθανόταν περπατώντας τον ιδρώτα να κυλάει στο μέτωπό της και ανάμεσα στα
μαλλιά της και να κατηφορίζει στην πλάτη της. Αργά, γαργαλιστικά. Το απολάμβανε
κατά κάποιο τρόπο αυτό το χάδι. Της θύμιζε πολλά. Παλιές καλές εποχές, είκοσι
χρόνια πριν. Τότε που ακόμη ήταν παιδιά.. Τον σκεφτόταν. Χθες φεύγοντας από το γραφείο
της είχε έρθει από πίσω της ενώ εκείνη μιλούσε στο τηλέφωνο και άφησε ένα απαλό
φιλί στον ώμο της. Πόσα χρόνια είχε να το νιώσει εκείνο το φιλί. Εκείνο το
όμορφο γεμάτο τύψεις φιλί.. Πόσες αισθήσεις της ξεσηκώθηκαν με το άγγιγμα των
χειλιών του στον ώμο της. Πάντα την άγγιζε και την φιλούσε σαν κάτι πολύτιμο.
"Λαχτάρα μου" την έλεγε και εκείνη γελούσε.. Είχε χρόνια να τον δει,
είχε χρόνια να τον ακούσει. Καμιά φορά, έτσι για να ικανοποιήσει την περιέργειά
της περνούσε από το μαγαζί του. Δεν κοιτούσε ποτέ. Απλά περνούσε απέξω. Της
έφτανε.
Δεν της έκανε
καλό να τον σκέφτεται. Η σκέψη του έμεινε οινόπνευμα στην πληγή της για πολλά
χρόνια. Οι πράξεις του την καθόρισαν ως άνθρωπο και την οδήγησαν στην ζωή που
έχει σήμερα. Και δεν είναι κακή η ζωή της. "Είμαι ευχαριστημένη με ότι
έχω" σκέφτηκε περπατώντας ακόμη. Ο ήλιος βασίλευε κι εκείνη δεν ήξερε ούτε
που έχει φτάσει. Έβαλε το χέρι της μέσα στην τσάντα της και έπιασε την
ταμπακιέρα του. Την κράτησε για λίγο σφιχτά στο χέρι της. Κοίταξε γύρω της, βρισκόταν
έξω από τον Εθνικό Κήπο. Μπήκε μέσα. Κάθισε στο πρώτο παγκάκι που βρήκε. Άνοιξε
την ταμπακέρα και άναψε ένα ακόμη τσιγάρο. Ένιωσε το βαρύ καπνό να κατεβαίνει
μέσα της αργά.. η γεύση του της θύμιζε τα φιλιά του. Σηκώθηκε απότομα. Άφησε
την ταμπακιέρα στην άκρη στο παγκάκι και με αργά βήματα βγήκε από τον Εθνικό
Κήπο..
γράφει η Elska
ένα παλιό τραγούδι σιγοκλαίει
πόσο δεν χόρτασα τα χείλη σου να λέει...
(Δημήτρης Ζερβουδάκης)
Αν λάβω σοβαρά υπ' όψιν τα επιχειρήματα της Ελληνικής Καρδιολογικής Εταιρείας κατά του καπνίσματος, ότι δηλαδή οι καπνιστές ζουν 13-15 χρόνια λιγότερο απ' ότι τους αναλογεί αν δεν κάπνιζαν, τότε πρέπει να υποθέσω ότι ο γλυκός μου πατερούλης, γεννημένος το 1912, καπνιστής από τα 13 του χρόνια, που ζει και βασιλεύει υγιής και ευτυχής, θα έφτανε μέχρι τα 110 τουλάχιστον...
Κανονικά βέβαια θα πρέπει να παραδεχθώ ότι ο πατέρας μου είναι η κραυγαλέα εξαίρεση σε όλα όσα συμβαίνουν στον παρόντα πολιτισμό και στις πληγές του... Είναι χρόνια τώρα που τον ψιλοκουβεντιάζω αναζητώντας τα μυστικά της μακροζωϊας και ευδαιμονίας του, αλλά οι απαντήσεις μοιάζουν με τους χρησμούς της Πυθίας. Με "ξέχασε ο Θεός"-τι καλά που έκανε- λέει χαμογελώντας... Εγώ πάντως ξέρω ότι εδώ και 20 χρόνια το ίδιο επαναλαμβάνει συχνά για να μάς προετοιμάσει: "Εμείς θα γύρομε κάποτε-πόσο να ζήσουμε ακόμα- να μη στεναχωριέστε! Εμείς ζήσαμε!"
Απολαμβάνω την αύρα, τις μυρωδιές του, την αλαφροϊσκιωτη κίνησή του, τους ψαλμούς που τραγουδά κάθε πρωϊ στην αυλή, τον τρόπο που απολαμβάνει τα γεύματα, τα ταξίδια του, τον πικρό καφέ, αλλά και τα "Καρέλια" κασετίνα. Οταν πίνουμε καφέ μαζί και ανάβω το δικό μου τσιγαράκι, με κοιτάζει προσεκτικά και συμβουλεύει: "Να μη τραβάς μέσα τον καπνό! Θα σε χαλάσει!".
"Εσένα πώς δεν σε χάλασε;" τον ρωτάω.
"Εγώ έπιασα πιτιά, άσε με εμένα..." λέει πάντα με ύφος τρυφερά
πατρικό.
Δοκίμασα πρώτη φορά καπνό στα 16 μου. Ο μπαμπάς κάπνιζε ΕΘΝΟΣ άφιλτρο. Ηταν τραυματική η εμπειρία, πικρή και αηδιαστική. Υστερα όταν έβλεπα τις ταινίες του αμερικάνικου σινεμά, με την Λωρήν Μπακόλ να "αναδύεται" πίσω από ένα πέπλο καπνού, μαγευόμουν. Κάπνιζε όμορφα κι αυτή κι αγαπημένος της, Χάφρευ Μπόγκαρτ, που έφυγε από καρκίνο στα πνευμόνια, το 1957 νομίζω. Και ο δεύτερος σύζυγός της, Τζέησον Ρομπαρτς από το ίδιο πήγε, αυτή όμως ζει και βασιλεύει έχοντας φτάσει κοντά στα ογδόντα...
Κάπνιζε πάντα όμως και ο Νίκος Κούρκουλος στις ταινίες του, τον "τρομερό" Ασσο άφιλτρο. Δεν θα ξεχάσω τους τρακαδόρους φωτοδιάβολους στις ελληνικές ταινίες του 60, που ζητούσαν τσιγάρο για τώρα, κι άλλο ένα για μετά, που περνούσαν πίσω από το αυτί σαν κονδυλοφόρο.
Ο πατέρας μου κάπνιζε και "Σέρτικο" έναν καιρό, δεν πρόλαβα τα χύμα "Ματσάγκου", που αγόραζε κι αυτός και οι θεριακλήδες της γειτονιάς από το καπνοπωλείο. Στο πιο παλιό συρτάρι του πατρικού έχουν μείνει τα ίχνη αυτή της διαδρομής του πατέρα, της σχέσης του με το εθνικό προϊόν μας. Πίπες από κόκκαλο, από αλάβστρο, από ελεφαντόδοτο ακόμα και εκείνη η ασημένια που του αγόρασα από τα Γιάννενα στην πενταήμερη της 8ης τάξης του Γυμνασίου. Τσιγαρόχαρτα για το τύλιγμα των χειροποίητων και χύμα καπνός, Ξανθιώτικος που μοσχοβολάει. Οταν ξεμένει από πακέτο, τυλίγει κανένα τσιγαράκι, σαλιώνοντας τις άκρες του χαρτιού.
"Πέτα τον, τον άτιμο τον τσιγάρο!", του έλεγε συχνά η μαμά, "με πειράζει στα μάτια!". Η γκρίνια για την "κακή" του συνήθεια ξεκίνησε όψιμα, από τότε που άρχισε η αντικαπνιστική καμπάνια του υπουργείου Υγείας με τα Ευρωπαϊκά Προγράμματα. Η μαμά είχε πεισθεί ότι θα πάθει...την "παλιαρρώστεια" ως παθητική καπνίστρια και όλο παραπονιόταν. Τελικά έφυγε από καρδιά...
Θυμάμαι τον Μπάρμπα Θανάση τον παγωτατζή που κάπνιζε κι αυτός με μανία... Το μουστάκι του από γκρίζο είχε γίνει κίτρινο και όλο το σαπούνιζε για να ασπρίσει. Η γυναίκα του, μια ηλικιωμένη Σαμοθρακίτισσα, κάπνιζε κι αυτή πού και πού, στα κρυφά μη τη κακολογήσουν οι γειτόνισσες. Ενα βραδάκι καλοκαιρινό διέκρινα την κάφτρα μέσα στο σκοτάδι της αυλής της ν' ανεβοκατεβαίνει βιαστικά. Οταν κατάλαβε ότι την "έπιασα στα πράσα", μου δήλωσε: "Πονάει το δόντι μου κι γιατρός λέει να καπνίσω για να περάσει..."
Αργότερα, στη φάση της ενηλικίωσης στο κλεινόν άστυ με συγκινούσαν βαθύτατα τα κορίτσια που πορεύονταν στις διαδηλώσεις καπνίζοντας. Στις συνεδριάσεις και στις γενικές συνελεύσεις των Σχολών γινόταν το έλα να δεις από κάπνα και αποτσίγαρα. Ηταν μια εποχή που κανείς στους χώρους αυτούς δεν συνδύαζε την έξιν με εξαρτησιογόνες ουσίες. Τσιγάρο σήμαινε κάτι από Χάμφρεϋ Μπόγκαρτ, ήταν κι αυτός στη Μαύρη Λίτσα του Μακαρθισμού, αλλά και κάτι από την πίπα του Ζαν Πωλ Σαρτρ, που απολάμβανε στους δρόμους του Παρισιού, τον Μάη του 1968. Στη Σχολή οι extrem επαναστάτες κάπνιζαν άφιλτρο. Οι "καθώς πρέπει" 22, Παλλάς ή ΚΕΝΤ, μέχρι που μπήκαν στην αγορά τα Βιρτζίνια και τα Μάλμπορο. "Παλιοκαπνός" έλεγε ο μπαμπάς, για "ντιντήδες", κάθε που δοκίμαζε τράκα από τον φοιτητή της Ιατρικής ανηψιό του. Το Μάλμπορο το ξέραμε από τις διαφημίσεις. Ενας κάου-μπόυ, με λάσο και τσίλικο άλογο σε απέραντο δάσος του αμερικανικού Νότου, που ρουφούσε ένα συννεφάκι καπνού. Κι αυτός έφυγε 85 χρονών με καρκίνο, κι εγώ δεν ξέρω πού.
Ολα τα δεδομένα συνηγορούν υπέρ της βεβαιότητας των στατιστικών. Θα πεθάνουμε όλοι οι καπνιστές, από το κακό, κι αν δεν το πάθουμε θα υποφέρουμε στα 60 μας από αποφρακτική πνευμονοπάθεια.
Δεν ακούω απειλές ούτε πειθαρχώ στο φοβικό κίνημα των αντικαπνιστών. Η έξις δεν κόβεται, προσπαθώ να ξεσηκώσω συνταγές του πατέρα για τη σωτηρία μου, και όλο τρέχω ξοπίσω του να διαπιστώσω πώς ρουφά τον καπνό, κάθε πόση ώρα καπνίζει, τι τον κάνει ευτυχή και ευδαίμονα, πώς καταφέρνει και ξορκίζει όλα τα αρνητικά γύρω του. Κι όσο μεγαλώνω ανακαλύπτω ότι η συνταγή του είναι και απλή και σοφή... Είναι και "μυστική", που λειτουργεί με κώδικες κι ένα σωρό σύμβολα, που μπαίνουν σε σειρά και τάξη στο βίο του, όπως τα φθογγόσημα στο πεντάγραμμο.
Στο μυαλό μου έχω όλα εκείνα που ισορροπούν και τη δική μου διαδρομή, τη νοτισμένη από νικοτίνη, που κοιτάζει αδιάφορα τα αντικαπνιστικά ρεπορτάζ, θεωρώντας ευατόν άτρωτο όπως ακριβώς ο Αχιλλέας. Μόνο τραυματικό βίωμα από τις θανατηφόρες συνέπειες του καπνίσματος, ένα φαύλο παιχνίδι των αγοριών της γειτονιάς, πριν έτη πολλά στην Αλεξανδρούπολη. Παιχίδι "εξολοθρευτής" των βατραχιών. Ενα αναμμένο τσιγάρο στο στόμα του ζώου, αρκούσε για να το σκάσει από ασφυξία σε λίγα λεπτά... Τα βατράχια ήξεραν μόνον από εισπνοή-φαίνεται- και τίποτε σχετικό από εκπνοή, κι έτσι πλάνταζαν τα καημένα με το άφιλτρο στο στόμα!
Η αναφορά της σελίδας στην Ημέρα, την αφιερωμένη στον αγώνα κατά του Καπνίσματος, δεν υπαγορεύει στάση, ούτε κάνει "αντίπραξη" στους ειδικούς. Απλά, επικαλείται την ανάμνησιν από διαδρομές που καλύπτονταν με πέπλο αχνό, διαδρομές που γοήτευσαν και ταυτόχρονα "διέσωσαν" μαγεία σε ρόλους. Διότι αν σας υπενθυμίσω τη Μελίνα στο Never the Sunday, με το μακό ριγέ μπλουζάκι στη σκηνή που ακούει "Τα παιδιά του Πειραιά", καπνίζοντας με το μοναδικό της τρόπο, είμαι σίγουρη ότι για δευτερόλεπτα όλοι οι "συνένοχοι" στην αμαρτία, θα ξεχάσετε την απειλή, το φόβο...
Αφήστε, δε τον Αλέκο Αλεξανδράκη, στη "Συνοικία το Όνειρο", που τον θυμάμαι να κτυπά το τσιγάρο πάνω στο πακέτο για να "σφίξει" ο καπνός, η τον Φούντα στη "Στέλλα..."
Δίκιο δεν έχω;
Παρόλα αυτά "Το κάπνισμα βλάπτει σοβαρά την υγεία" που λένε και οι ειδικοί, αλλά δεν είναι το μόνο... Και η ατμοσφαρική ρύπανση, και τα φυτοφάρμακα, και η όξινη βροχή, και η τρύπα του όζοντος, και το νέφος των πόλεων και η τηλοψία και άλλα πολλά! Ξηγηθήκαμε;
Καλό Σαββατοκύριακο
Πως (δεν) έκοψα το τσιγάρο... της Φρανσίνι
Λοιπόν, ένα απο κείνα τα πρωινά που αποβραδίς εχεις καπνίσει ολη τη Winston Salem -μαζί με τις καμμένες μάγισσες- και ξυπνάς με τη φωνή του Χαχανούλη και την ανάσα του δράκου, ένα απο κείνα τα πρωινά που με πιάνει αυτός ο βήχας που με κάνει να σκέφτομαι πως κοντά ειναι η εποχή που θα τρέχω για slipad και γω, αν δε μείνω δηλαδή ξερή που κόβεται η αναπνοή μου.... ενα τέτοιο πρωί ήταν που είπα αει σιχτίρι, θα το κόψω να πάει στο διάολο....
Κι επειδή ειμαι ανθρωπος οργανωτικός και μεθοδικός -κι αυτοι που γελάνε καλά κανουνε αλλά παρακαλώ να σταματήσουν- έψαξα και οδηγίες στο Μεγάλο Χωριό, και βρήκα το quit net και το stop smoking, start living, και μπήκα και στα φόρουμ τους και γράφτηκα, και διάβασα κι όλες τις οδηγίες... Και πήρα και τσίχλες νικοτίνης...
Κανόνας πρώτος λοιπόν, καθυστερήστε όσο μπορείτε το πρώτο πρωινο τσιγάρο... Εύκολο, ειδικά αν ειναι κάποιο απο κεινα τα πρωινά που λέγαμε... Ήπια τον καφέ μου κλωθογυρίζοντας ενα μπαλάκι, σαν κι αυτό που εχει ο Αλεξης στη Μαρία την ασχημη, και μαλωνα το Δουκα που δεν καταλαβαινε τι στο διαολο το χαρχαλευω το ρημάδι και δε του το πετάω να παίξουμε... Το πρόβλημα άρχισε με το που μπήκα στο αμάξι... Διότι ειναι συνήθειο να ανάβω τσιγάρο οταν οδηγάω.. Και μπαλάκι βέβαια που να κρατήσω... Έσφιξα τα δόντια, έβαλα ανάμεσά τους μια τσίχλα νικοτινης, και συνέχισα.. Εφτασα στο μαγαζί μέσα στα νεύρα, αφού έβρισα έναν παπια που πήγαινε μές στη μέση, τρόμαξα μια γιαγιά που πήγαινε σύριζα στο πεζοδρόμιο, και εβρισα ολους τους εκφωνητές των πρωινών εκπομπών του ραδιοφώνου.. Αλλά τσιγάρο δεν είχα ανάψει!
Περήφανη αλλά με τα νευρα τσίτα, μπαίνω στο γραφείο μου, αφήνω την τσάντα μου... και τι κάνω μετά; Κανονικά αναβω τσιγάρο κι αρχιζω να κοιταω τι χάλι μου αφήσαν αποβραδίς... Παραλέιπω το τσιγάρο, κι αρχίζω να κοιτάω το χάλι, και γίνονται τα νεύρα μου σα τις φωνητικες χορδές του Dio στα νιάτα του, τσιτα τα γκάζια λέμε... Βάζω τις φωνές και τσακώνομαι με ολη την πρωινή βάρδια, αλλά τσιγάρο δεν ανάβω...
Κανόνας δεύτερος: Εκει που νομιζεις οτι θα τρελλαθεις, αντι να αναψεις τσιγάρο πιές νερό... Παιρνω κι ενα μπουκαλι νερο.... Εγω γενικώς νερό δεν πίνω, καλό θα μου έκανε.. Αλλα ρε παιδι μου οταν θες τσιγάρο, θες τσιγάρο, δε θες νερό.. Δηλαδή αμα πεινας και σου δωσουνε ενα λουκουμα θα ξεδιψάσεις; Δε γινεται... Ολες οι κοπελες εχουν εξαφανιστει, και καμμια δεν πλησιαζει το γραφείο μου.. Η ωρα ειναι δέκα.. Την τσίχλα την εχω φτύσει πριν καν φτάσω στο μαγαζί, γιατι απο μικρή ποτε μου δε μασούσα τσίχλες, και μου εσπαγε τα νευρα.. "Να τη μασάτε οταν νιώθετε την ανάγκη για τσιγάρο και να την αλλάζετε κάθε τρεις ώρες..." Και στο μεταξυ τι θα την κανω ρε φίλε; Θα την κολλήσω πισω απο το αυτί; Τελικά ενδίδω και ανάβω το τσιγάρο, δε νιώθω και πολυ περήφανη, ηρεμώ ομως αρκετά, και ζητάω και συγγνώμη απο τα κορίτσια μου... Τους εξηγώ και το λογο του ξεσπάσματός μου... Ολα καλά...
Την ώρα του καφέ δε δυσκολεύτηκα να μην καπνίσω -αλήθεια! Βοηθησε κι ενας τεράστιος λουκουμάς απο το φούρνο που μου είχαν φέρει τα κορίτσια.. Ε δε γίνεται να σκοτώνεις λουκουμα και να καπνίζεις... Εμεινα ακαπνη σχεδόν μέχρι το σχόλασμα (αναψα ενα τσιγάρο την ώρα που μου φέρανε για τιμολόγηση ενα καλάθι με τα πιο ασχετα και αγνωστα πράγματα που έχω δει στη ζωη μου... δεν ελεγε να τις βρισω παλι!)
Γυρίζω στο σπίτι, βρίζω ολο τον κοσμο στο δρόμο, μπαίνω μέσα, δέρνω το Δούκα δε θυμάμαι γιατί, μπορεί και να σκέφτηκα οτι αφού ειναι βλακας, κατι θα έκανε, βάζω να φάω..
Κανόνας τριτος: Μετά το φαγητό καντε κατι αλλο, πλύντε τα πιάτα, οτιδήποτε, για να μην ανάψετε τσιγάρο... Το κατάφερα κι αυτό! Ήρωας η δικιά σου! Το κακό άρχισε με το που κάθισα με τον καφέ μου και το περιοδικό μου -τότε δε δούλευα το απόγευμα βλέπεις.... Πηρα το μπαλάκι, ήρθε ο Δούκας να παίξει, τις μάζεψε, τσατίστηκε, αρχισε να με γαυγίζει -μαλλον με εβριζε, α να χαθείς μοναχοφαγού, πετα το να παιξουμε- να φαω λουκουμα δεν μπορουσα γιατι θα εσκαγα, αντε παλι τα νευρα μου ισα με το Dio που λεγαμε... Αναβω τσιγάρο για να μην κάνω ζωοκτονία...
Κανόνας τρίτος: Βάλτε τα τσιγάρα κάπου που να πρέπει να σηκωθείτε για να τα πιάσετε... Το βράδυ κάθομαι στον υπολογιστη -μεγας τσιγαροκαταναλωτής- και βάζω τα τσιγάρα στην απέναντι βιβλιοθήκη.... Οκ το δωματιο του υπολογιστή ειναι τρια επι ενα, αλλα παλι πρεπει να σηκωθω για να τα παρω... Μασαω τσιχλα, εχω νερο, εχω και το μπαλάκι... Πατάω τρεις η τεσσερεις φορές τους σκυλους, ποτε τον ενα ποτε τον αλλο, καθως σηκωνομαι για να παρω ενα τσιγάρο, αλλά περνάω το βράδυ μου -και τη μέρα μου- με λιγότερα απο δέκα τσιγάρα σύνολο... Παω για υπνο περήφανη...
Αυτο εγινε και την επομενη, και την μεθεπομενη... Μετά αρχίζω να δαγκώνω τη γλώσσα μου με τη ρημαδότσιχλα, να πηγαινω στην τουαλέτα καθε δεκα λεπτά με τόσο νερό, να τσακώνομαι με ολο τον κόσμο, ακόμα και με τις γριουλες που με ρωτουσαν που ειναι αυτο και που ειναι εκεινο... Τα κοριτσια στο μαγαζί με βλεπουν και κρυβονται, στους διαδρομους τις ακουω να λενε "κοβει το τσιγάρο" πριν εξαφανιστουν απο το οπτικο μου πεδιο, ο αντρας μου προσπαθει να μου συμπαρασταθεί, αλλα ωρες ωρες τον βγάζω απο τα ρουχα του, κι ο Δουκας προσπαθει να χωσει τα τριαντα κιλα του κατω απο το τραπεζι του σαλονιου καθε που με βλεπει....
Κανόνας δικος μου: Αν ειναι να αποκτήσεις τον ανθρωποσκυλοδιώχτη, καλύτερα να βρωμάς σαν τασάκι και να οδεύεις προς το θάνατο.... Τουλάχιστον θα πεθάνεις με φίλους γύρω σου, δε θα λένε "ψοφησε η στριμμενη"...
Σήμερα το πρωι ξύπνησα με εναν πολύ άσχημο βήχα... Ίσως κάποια στιγμη αποφασισω να κανω μια δευτερη προσπάθεια.. χωρις τσίχλες και μπαλάκια παρακαλώ.....
Άναψε το τσιγάρο, δώσμου φωτιά.
από Ιστορίες της Νέας Λήδρας
Το
τσιγάρο εξεκίνησα το δειλά, δειλά όπως σχεδόν ούλλοι, τον τζιαιρό της εφηβείας.
Είτε για να το παίξω μεγάλος, είτε για να δειχτώ, είτε απλά για να δοκιμάσω
επειδή ούλλοι επίνναν. Για πολλούς γενικά λόγους, νομίζω ότι εν γνωστοί σε
ούλλους μας. Τζίνος που λαλεί ότι εξεκίνησε το επειδή ήθελε ή επειδή ίσιεν το
ανάγκη, εν ψεύτης τζιαι εν τον εαυτό του που περιπαίζει τζιαι όι εμάς.
Όπως
τζιαι να έσιη, ήμουν καπνιστής χρόνια. Για ένα διάστημα, λλίο πριν να απολυθώ
τζιαι λλίο μετά, ήμουν φουγάρο. Εφκίερωνα 2 πακέττα πίσσα τζιαι νικοτίνη μες
τους πνεύμονες μου κάθε μέρα.
Ανακάλυψα
τα τυλιχτά σε κάποια φάση, τζιαι ελλίανα το καμπόσο. Έκοψα το έσιη 3-4 χρόνια,
τζιαι κάμνω παρανομίες ανα διαστήματα, once a smoker – always a smoker.
Το
θέμα εν ότι πάντα, εσέβουμουν τους άλλους που εν εκαπνίζαν. Ερώτουν πριν να
ανάψω τσιγάρο, εν έμπαινα ποττέ σε κατάστημα ή οπουδήποτε αλλού με αναμμένο
τσιγάρο τζιαι σίουρα αμα εκάπνιζα σε ξένο χώρο, εν τω επαράσιεζα. Δηλαδή εν
εκάθουμουν στο ξένο σπίτι τζιαι να το τουμανίασω, ππούφφου-ππούφφου ρουφώντας
ένα πακκέτο τσιγάρα σάννα τζιαι είμαι η Κανέλλη την ώρα που μιλά για τον
Στάλιν.
Εντάξει.
Δέχουμαι το ότι το τσιγάρο, εν δικαίωμα του κάθε ενός. Το κακό που κάμνει
τζιαι οι γενικότερες επιπτώσεις εν γνωστές σε ούλλους μας, έννεν ανάγκη να τα
ξαναλαλούμε. Έτσι ο κάθε ενήλικας που καπνίζει, κάμνει το εν γνώσει των
συνεπειών τζιαι που επιλογή του.
Οι
Κυπραίοι όμως εκαταντήσαμε αναίσθητοι σε τούτο το θέμα.
Στα
μπάρ και στα λοιπά στέκια λόγου χάριν η κατάσταση πάει να γίνει αφόρητη. Βασικά
εν μπορείς να κάμεις τζιαι πολλά για το συγκεκριμένο θέμα, εν πολλής ο κόσμος
τζιαι οι παραπάνω καπνίζουν. Άμα εν τζιαι κλειστός ο χώρος, γίνεται τεκκές
τζιαι σε λλίη ώρα θέλεις μάσκα οξυγόνου να επιβιώσεις.
Εν
λαλώ να απαγορευτεί το κάπνισμα στα μπάρ, (αν τζιαι θα ήταν καλό να γίνει σε
κάποια φάση έννεν υποχρεωμένοι ούλλοι να αναπνέουν τα καυσαέρια μας).
Τουλάχιστον να γίνουν σωστοί χώροι καπνιστών τζιαι μη καπνιστών.
Ξέρω
ότι πλέον αρκέψαν τζιαι υπάρχουν τούτοι οι χώροι, λόγω Ευρωπαϊκής Ένωσης. Θωρώ
όμως ότι εν τους λαμβάνει υπόψην κανένας. Δηλαδή ακόμα τζιαι τζίνοι που έχουν
τα μπάρ και τα καφέ, εν θα κάμουν παρατήρηση του άλλου που καπνίζει σε χώρο που
απαγορεύεται. Η ταπελλούα υπάρχει μόνο για την μόστρα.
Ο
άλλος ο γάρος, κάθεται, θωρεί την ταπελλούα τζιαι εν τη λαμβάνει υπόψην του.
Τάχα πελλός, όπως είμαστεν ούλλοι οι Κυπραίοι, με το ύφος «τώρα ρε να μεν άψω
τσιάρο, όποιου εν του αρέσκει ας φύει».
Ο
ιδιοκτήτης εν κάμνει κάτι για να μεν χάσει τον πελάτη, ο άλλος εν αναίσθητος
που γεννησιμιού του, δηλαδή πρέπει ούλλοι να ανεχτούν τον κάθε ένα.
Τουλάχιστον,
κάμετε εγκαταστάσεις εξαερισμού σωστές!
Έναν
έαρκοντισιον τζιαι θκίο ανεμιστηρούθκια της παταρίας εν καθαρίζουν τον αέρα.
Δηλαδή εννα περιπαιζούμαστε;
Κάμετε
κάτι να καθαρίζει ο αέρας, να μεν παθαίνουμε όπως τους ασθματικούς άμα
μπαίνουμε σε κλειστούς χώρους.
Εν
περιττό να μιλήσω για πρόστιμα ή επιβολή του νόμου, αφού οι μπάτσοι μας εν μόνο
για να δέρνουν μιτσίους πας τα πεζοδρόμια τζιαι για να βάλλουν κόντρες με τες
μοτόρες. Εξάλλου προτιμώ να ελπίζω (να νομίζω καλύτερα) ότι εν χρειαζούμαστε
μπάτσους για να συμπεριφερτούμε σωστά τζιαι πολιτισμένα.
Ξέρω
ότι σε σοβαρές τζιαι μεγάλες εταιρείες το κάπνισμα απαγορεύεται δια ροπάλου.
Τζιαι μπράβο τους. Έσιη όμως χώρους εργασίας που ακόμα εν γίνεται τίποτε.
Συγκεκριμένα στον δημόσιο τομέα.
Τα
υπουργεία εν τεκκέδες. Εδούλεψα τζιαι είδα τι γίνεται. Εν σάννα τζιαι εν
συνταγματικό δικαίωμα των κυβερνητικών να αφταίννουν τσιάρο όπου σταθούν τζιαι
όπου βρεθούν.
Το
απίστευτο εν ότι θυμώνουν άμα τους πεις τζιαι τίποτε, τζιαι θυμώνουν ακόμα
περισσότερο άμα το θέσης σαν θέμα στις συνελεύσεις.
Ξέρω
περίπτωση συναδέλφισσας μου, που το έκαμε θέμα σε μια συνέλευση, τζιαι μόνο να
την δέρουν έμεινε. Εκτός του ότι ειρωνευτήκαν τζιαι καμπόσο, ύστερα είπαν της
ότι εν πολλά νέα στην δουλεία για να έσιη δικαίωμα να κάμνει παρατηρήσεις. Άκου
λογική ο κόσμος!!
Τζίνο
που θέλω να πω, εν ότι αφού είμαστε ττόππουζοι τζιαι γάροι τζιαι αναίσθητοι, εν
γραμμένο μες το DNA μας, τζιαι εν σεβούμαστε τις προσωπικές ελευθερίες των
άλλων, ας γίνει κάτι να περνούμε ούλλοι καλά.
Εντάξει,
εν λαλώ να συμπεριφέρουντε τους καπνιστές σάννα τζιαι εν λεπροί τζιαι να τους
κλείουν μες τες γωνίες. Αλλά έσιη κανένα που συμφωνεί ότι εν σωστό να αναπνέουν
ούλλοι τον καπνό, που την στιγμή που εν καπνίζουν ούλλοι;
Εσένα
αρέσκει σου να καπνίζεις, γούστο σου – καππέλο σου λεβέντη μου. Σεβάστου τον
άλλο που εν του αρέσκει.
Εμένα
αρέσκει μου να κλάννω ασπούμε. Πρέπει δηλαδή, όποτε έχω τον πόρτο έτοιμο να
έρκουμαι στο γραφείο σου να σου τον ξαπολώ;
Μιλώ
τζιαι που τες δυο πλευρές, ήμουν τζιαι καπνιστής, τωρά εν είμαι.
Νομίζω
ότι κάτι πρέπει να γίνει για να κοντρολαριστεί η κατάσταση, με πρώτο πράμα να
αλλάξει η νοοτροπία μας σαν άνθρωποι.
Η
ελευθερία μας σταματά τζιαμέ που ξεκινά η ελευθερία του άλλου, τζιαι ο καπνός
μας πρέπει να σταματά τζιαμέ που ξεκινά ο καθαρός αέρας του άλλου. Έτσι νομίζω.