Η έννοια του τσιγάρου είναι αρχαία υπόθεση, αλλά η λέξη (τσιγάρο, σιγάρον, σιγαρέττον) βαδίζει εξελικτικά παράλληλα με την μεταβολή του από χειροποίητο αγαθό σε βιομηχανικό προϊόν. Η γλωσσολογική αυτή εξέλιξη καλύπτει όλον τον 19ο αιώνα. Το 1688 εμφανίστηκε η Ισπανική λέξη cigarro και το υποκοριστικό της cigarrito. Η προέλευση της λέξεως είναι μάλλον η ταυτόσημη jigar που άκουσαν στην Αμερική από τους ινδιάνους οι Ισπανοί άποικοι. Αργότερα εμφανίστηκαν στα Γαλλικά οι λέξεις cigare και cigarette, καθώς και η σύνθετη λέξη fume-cigarette (πίπα, όπου βεβαίως αναφέρομαι στην πίπα που αντικατέστησε το φίλτρο στα σύγχρονα τσιγάρα). Στα Ιταλικά υπάρχουν οι λέξεις zigarro, cigaro και sigaro, όπου και οι τρεις σημαίνουν πούρο, καθώς και τα υποκοριστικά sigaretto και sigaretta, εξ ών και το ημέτερο σιγαρέττον (σίγουρα οι νεότεροι αγνοούν τη λέξη, αλλά αν ρωτήσετε τους παππούδες σας θα σας διαφωτίσουν).
Οι παππούδες μας που ζούσαν σε αγροτικές περιοχές, κάπνιζαν χοντρά τσιγάρα από μεταξωτά καλαμποκόφυλλα και ακατέργαστο καπνό που έστριβαν μέσα στα χωράφια. Κάποιοι ιθαγενείς της Ινδονησίας και των Άνδεων καπνίζουν ακόμα τέτοια αυτοσχέδια πούρα, που τα παραγεμίζουν με αρωματικά φυτά και μελάσα.
Η λέξη τσιγάρο επέζησε μέχρι της μέρες μας και χρησιμοποιείται καθημερινά. Κατά καιρούς υπήρξαν και κάτι κακόγουστες καθαρευουσιάνικες λέξεις της εποχής του Κοραή όπως το Καπνοκυλίνδριον και το καπνοσύστρεμα, που μου θυμίζουν το σαρκαστικό αργκοτικό της σύγχρονης εποχής «καρκινοσωλήνας».
Ο καπνός και η στάχτη χρησιμοποιούνταν παλιά για την επούλωση των πληγών. Επίσης έκαναν κλύσμα στα άλογα με καπνό διαλυμένο σε χλιαρό νερό.
Σχετικά με το κάπνισμα της πίπας υπάρχει μια παρεξήγηση. Παρά την γλωσσολογική σύγχυση της εποχής, το τσιμπούκι και η πίπα (αντιπαρέρχομαι την σεξουαλική σημασία των λέξεων) είναι δυο διαφορετικά πράγματα. Όπως ανέφερα παραπάνω η πίπα είναι ένας σωλήνας που αντικαταστάθηκε από το φίλτρο στα σύγχρονα τσιγάρα, ενώ το τσιμπούκι είναι σωλήνας με φίλτρο που καταλήγει σε λουλά (εστία ή καπνοθέτης. Έχει ενδιαφέρον ότι προέρχεται από το περσικό lule που σημαίνει θήλαστρο).
Τα σύγχρονα τσιμπούκια προήλθαν από τα τσιμπούκια των Οθωμανών μπέηδων που είχαν μήκος ως και δυο μέτρα. Στην μια άκρη είχαν ένα κεχριμπαρένιο επιστόμιο και στην άλλη πήλινο λουλά. Τα τσιμπούκια αυτά ήταν ακουμπισμένα στο πάτωμα, μέσα σε πιάτο για να μην καίγεται το χαλί, και τα άναβαν παραπαίδια τα οποία ονόμαζαν Τσιμπούκ-ογλάν. Ο χαρακτηρισμός αυτός απέκτησε βαρύτατη σημασία σαν βρισιά καθώς οι μπέηδες δεν παρέλειπαν να θωπεύουν επιμελώς τας νοτίους επαρχίας των παιδιών αυτών, ή να τους ζητούν διάφορες σεξουαλικές εξυπηρετήσεις.
Η λέξη πίπα προήλθε από το λατινικό pippa και γενικά σημαίνει σωληνάκι.
